παιδολόϊ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παιδολόι
Προφορά: παιδολόι
-
μήτρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
η μήτρα της γυναίκας
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) το ύστερο του εμβρύου
2) η μήτρας της γυναίκας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης