Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αφέντα (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αφέντα Προφορά: αφέντα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ονόμαζε η νύφη τον πεθερό ή αντάδελφο ή συγγενή ηλικιωμένο

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Αφέμ ο Νικόλας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια