Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πιστόφ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πισ̌τόφ'
Προφορά: πιστόφ
πιστόλι μικρό, οπισθογεμές όπλο που κατασκευαζόταν επί τόπου. Μετά την εφεύρεση του ρεβόλβερ το πιστόφ' κατάντησε άχρηστο.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Υποκοριστικό:
πισ̌τοφόπον
πιστόλι
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
πιστόφια (τα)
Παρατηρήσεις - Σχόλια