Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιστόφ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πισ̌τόφ' Προφορά: πιστόφ
  1. πιστόλι μικρό, οπισθογεμές όπλο που κατασκευαζόταν επί τόπου. Μετά την εφεύρεση του ρεβόλβερ το πιστόφ' κατάντησε άχρηστο. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Υποκοριστικό:
    πισ̌τοφόπον

  2. πιστόλι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια