Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πισσέλ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πισσέλ'
Προφορά: πισσέλ
1) είδος ρητίνης των δέντρων 2) η καπνιά των σωλήνων της θερμάστρας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Σταυρί
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια