Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαράϊ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαράι Προφορά: σαράι
  1. διοικητήριον, κυβερνείον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια