σαπωνοζώμ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σαπωνοζώμ'
Προφορά: σαπωνοζώμ
-
σαπουνόνερο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
σαπουνάδες
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
σαπουνάδα
νερό από πλύση με σαπούνι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης