Προέλευση: τουρκική , από την τουρκική λέξη sandouk
Παραδείγματα-Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Σεντούκι. Εβγάλλ' ας σο σαντούχ’ τα λώματα μ’ . 2) Πούλ, η κασέλα. Ο ποπάς τερεί σο σαντούχ’ απές και ψάλλ’ .
Ενικός: Πληθυντικός: