Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γομάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γομάρ' Προφορά: γομάρ
  1. φορτίο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έδεσεν καλά το γομάρ’ν ατ'. (Ιδίωμα: Σταυρί), (κέρδος πολύ)
    2) Με το γομάρ’ εκέρδισεν τα παράδας. (κέρδος πολύ)
    3) Ασό γομάρ’ν (βάρος, φορτίο) ατ’ς ’κ’ επορεί να πορπατεί. (το μωρό της εγγύου)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο γόμος = φόρτωμα πλοίου

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    φορτίο ζώου ή ανθρώπου

  3. το φορτίο χόρτων ή ξύλων Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια