Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαμαβάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαμαβάρ' Προφορά: σαμαβάρ
  1. ρωσσικό σκεύος που είχε εισαχθεί τελευταία και χρησιμοποιόταν αντί του κουκούμ’. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ρωσσική

  2. ρώσικο τσαγερό Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια