σαμαβάρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σαμαβάρ'
Προφορά: σαμαβάρ
-
ρωσσικό σκεύος που είχε εισαχθεί τελευταία και χρησιμοποιόταν αντί του κουκούμ’.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ρώσικο τσαγερό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης