Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαλταζού (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌α̤λταζού Προφορά: σεαλταζού
  1. ανοικοκύρευτη γυναίκα ακατάστατη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια