Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γολτούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γολτούχ' Προφορά: γολτούχ
  1. γωνία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) η γωνία που σχηματίζει ο βραχίονας με το στήθος
    2) Εκάτσαμε σ’ έναν γολτούχ’ να μή παίρ’ μας αέρα. (γωνία, μέρος υπήνεμο)
    3) Επορπάτ’ναν γολτούχ’-γολτουχά. (ζικ-ζακ)

    Παράγωγο:
    γολτουχωτός (λίγο προφυλαγμένος)

  2. μασχάλη Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια