Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) η γωνία που σχηματίζει ο βραχίονας με το στήθος
2) Εκάτσαμε σ’ έναν γολτούχ’ να μή παίρ’ μας αέρα. (γωνία, μέρος υπήνεμο)
3) Επορπάτ’ναν γολτούχ’-γολτουχά. (ζικ-ζακ)
Παράγωγο:
γολτουχωτός (λίγο προφυλαγμένος)