σαλοπάτιν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. σ̌αλοπάτιν , 2. σ̌αλοπάτ
Προφορά: σαλοπάτιν
-
υδροκίνητος τροχός για να πατούν (σφίγγουν) τα σάλια (εγχώρια μάλλινα).
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
σκάφη επιμήκης ως νεροτριβή (κατεργασία χοντρών υφασμάτων με τη δύναμη του νερού) μάλλινου υφάσματος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης