Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαλλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σαλλεύω Προφορά: σαλλεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη sallamak

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τινάσσω τα πόδια μου.
    2) ’Κι σαλλαεύω (δεν λογαριάζω).
    3) Ο Πιπιλίκας επαίρεν πρόσωπον και ξάϊ το πεγ’ ’κ’ εσαλλάευεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια