Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη salinmak
Παραδείγματα:
1) Εβγαίν’ και σαλινεύκεται σ’ Αε-Σερί’ τ’ ορμία.
2) Εβγαίν’τς και σαλινεύκεσαι τσ̌αλούμα̤ να πουλείς μας.
Προέλευση :
τουρκική, από την τουρκική λέξη salinmak = ταλαντεύομαι στο βάδισμα