Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαλγάμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌αλγάμ' Προφορά: σαλγάμ
  1. ποικιλία απιδιού μεγάλης αντοχής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Στη Σαντά έτσι ονόμαζαν τα γόγγυλα.

  2. είδος αχλαδιού εύχυμου , είδος λάχανου με γλυκειά ρίζα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    τουρκική, από την τουρκική λέξη salgam= είδος ραπανιού

Παρατηρήσεις - Σχόλια