Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κολτούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κολτούκ' Προφορά: κολτούκ
  1. μασχάλη 1) η γωνία που σχηματίζει ο βραχίονας με το στήθος 2) γωνία, μέρος υπήνεμο 3) ζικ-ζακ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη γολτούχ

    Παράδειγμα:
    Έναν ημέραν εγένταν κοστέλια κι επέγ’ναν κολτούκ’ κολτονά. (κολτούκ - κολτονά)

  2. μασχάλη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. μασχάλη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη koltuk

Παρατηρήσεις - Σχόλια