Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιρρίφτε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιρρίφτε Προφορά: πιρρίφτε
  1. ξύλινο φτυάρι συνήθως από οξυά για να τοποθετήσουμε το ζυμάρι στο φούρνο πλάθοντας το σε ψωμιά. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Από το αρχαίο ρήμα επιρρίπτω

    Το αίνιγμα της είναι:
    Ταντανίζω βάλλ' ατα, ταντανίζω 'βγάλλ' ατα. Ας έναν ξύλον πιρρίφτε πα' γίνεται και σκατίφτε πα'. (Σταυρίν)

  2. το φτυάρι του φούρνου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά επί + ρίπτω

Παρατηρήσεις - Σχόλια