ξύλινο φτυάρι συνήθως από οξυά για να τοποθετήσουμε το ζυμάρι στο φούρνο πλάθοντας το σε ψωμιά.Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
Από το αρχαίο ρήμα επιρρίπτω
Το αίνιγμα της είναι:
Ταντανίζω βάλλ' ατα, ταντανίζω 'βγάλλ' ατα. Ας έναν ξύλον πιρρίφτε πα' γίνεται και σκατίφτε πα'. (Σταυρίν)
το φτυάρι του φούρνουΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης