Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιρνός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πιρνός Προφορά: πιρνός
  1. αυριανός, πρωινό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εκατήβαν έναν πιρνόν ση σκάλαν να μπαίν'νε σο παπόρ'. (πρωινό)

Παρατηρήσεις - Σχόλια