Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιρλασεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πιρλα̤σεύω Προφορά: πιρλεασεύω
  1. ενούμαι με άλλους πολλούς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ση Παύλ' καικά ολ' επιρλα̤ σ̌εύταν.

    Παράγωγο:
    πιρλά̤σεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια