Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γολάα [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: γολάα̤ Προφορά: γολάεα
  1. εύκολα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κολάϊ

    Επίθετο:
    γολαϊλής, -ίσσα, -ίν (εύκολος)

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    γολαϊλαεύω (ευκολύνομαι)
    γολάϊ (το) ευκολία
    γολαϊλούχ (ευκολία)
    γολαϊτάν (εύκολα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια