Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πινάκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πινά̤κ'
Προφορά: πινεάκ
πιάτο
Ήσαν χαλκοματένια και γανωμένα, άλλα βαθιά, άλλα ρηχά. Υπήρχαν και πήλινα.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Ήντα̤ν βάλ'τς σο πινά̤κι σ' θα έρ'ται σο χουλά̤ρι σ'.
1) ξύλινο πιάτο φαγητού 2) τροφή που δίνεται ως εφόδιο στους ταξιδιώτες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια