Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σακκουλοδέμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σακκουλοδέμ' Προφορά: σακκουλοδέμ
  1. το δέμα του σακκουλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. δέμα (το), με το οποίο δένομε το σακκί. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. δέμα σακκουλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια