Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σακκίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σακκίν Προφορά: σακκίν
  1. σακκί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα-Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εγόμωσα ως απάν’ το σακκίν (σακκί).
    2) Βάλλω σο σακκίν (πιάνω μέσα, γελώ).

  2. σάκκος, τσουβάλι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. σακκί, σάκκος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαιοελληνική λέξη σακκίον-σάκκος

    Πληθυντικός αριθμός:
    τα σακκία

Παρατηρήσεις - Σχόλια