Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αυχίαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αυχͮ ίαστος Προφορά: αυσίαστος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εκείνος που δεν έχει δεχθεί τις ευχές

    Προέλευση:
    από το στερητικό α και το ευχάζω / ευχͮ άζω

    Παραδείγματα:
    1)Ο πεντικόν ερούξεν στο καρσάν' και αυχͮίαστον έν’.
    2)Η λοχούσα αυχͮίαστος έν’. (ο παπάς δεν έχει αναγνώσει τις ευχές να καθαριστεί το δοχείο, η λεχούσα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια