Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αυτίχολος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αυτίχολος , 2. αυτύχολος Προφορά: αυτίχολος
  1. οξύθυμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Έξερεν ο Θόδωρον ντο έτον αυτίχολος.

  2. οξύθυμος, νευρικός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια