Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γολαϊλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γολαϊλαεύω , 2. γολαϊλαεύω Προφορά: γολαϊλαεύω
  1. ευκολύνομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Εγολαϊλάεψεν η δουλεία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια