Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σάγκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σάγκα Προφορά: σάγκα
  1. κλειδαριά στη Χαλδία και πιο βαθιά, αντί εστίας είχαν κλιβάν (ταντούρ) επάνω στο οποίο το χειμώνα τοποθετούσαν χαμηλό τραπεζάκι επάνω στο οποίο έστρωναν κιλίμ’ για να περιορισθεί η ζέστα. Κάθονταν οι οσπιτιανοί ολόερα σην σαγκάν. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    Τα πόρτας έσαν χάλκενα, τα σάγκας σιδερένια. (κλειδαριά, Ιδίωμα Σαντάς )
    Εξέγκεν τ’ ανοιγάρ’ ας σην σάγκαν. (κλειδαριά, Ιδίωμα Σαντάς )

  2. κλειδαριά πόρτας που είναι μέσα στην κάσα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. μοχλός στο εσωτερικό μέρος της πόρτας/ τραπέζι τετράγωνο σκεπασμένο με κιλίμια μέχρι κάτω και με μαγκαλι για να θερμαίνονται αυτοί που κάθονται γύρω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια