Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαάτ' Προφορά: σαάτ
  1. ώρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Το σαάτ' μίαν τον άντραν ατ’ς κατηγορά. (φράση, και σημαίνει πολύ συχνά)

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    Σαατζ̌ής, ωρολογάς.
    Σαατζ̌ιλούχ, το επάγγελμα του ωρολογά.

Παρατηρήσεις - Σχόλια