Παράδειγμα: Κι ένας μικρός Τουρκίτσος ρωμιογύριστος.
Αρσενικό: Ενικός: ρωμιογύριστος Πληθυντικός: ρωμιογύριστοι
Θηλυκό: Ενικός: ρωμιογύριστος Πληθυντικός: ρωμιογύριστοι
Ουδέτερο: Ενικός: ρωμιογύριστον Πληθυντικός: ρωμιογύριστα
Επίρρημα: ρωμιογύριστα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.