Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρωμιογύριστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ρωμιογύριστος Προφορά: ρωμιογύριστος
  1. Ρωμιός που γύρισε και έγινε Τούρκος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κι ένας μικρός Τουρκίτσος ρωμιογύριστος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια