Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Ρυάκι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Ρυάκι Προφορά: ρυάκι
  1. χωριό με 30 οικογένειες επάνω στο ομώνυμο ποτάμι. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια