Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ροχάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ροχάζω Προφορά: ροχάζω
  1. Όταν πλησιάζει κανείς στο σπίτι, ο σκύλος γαυγίζει σαν να ροχαλίζει. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ο σ̌κύλον μόνον τον τεμιρτσ̌ήν ερόχαζεν.

  2. γρυλλίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ροχαλίζω κοιμώμενος, γρυλλίζοντας δείχνω διάθεση επίθεσης (για σκύλο) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αρχ. ρογχάζω = ρόγχος, ροχαλίζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια