Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρουσίαλης (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρουσίαλης Προφορά: ρουσίαλης
  1. εκείνος που έζησε στη Ρωσία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Είνας Ρουσίαλης εδέκεν ατον μαύρον χαβιάρ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια