ροκόφυλλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ροκόφυλλον
Προφορά: ροκόφυλλον
-
φύλλο της ρόκας του καλαμποκιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το περίβλημα της ρόκας του καλαμποκιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης