Προέλευση: από το νοσσίον
Παράδειγμα: Η κοσσού (κλώσσα) μ’ εξέγκεν τρία πετειναρόπα και οχτώ νοσσακόπα.
Ενικός: νοσσάκιν / νοσσάκ' Πληθυντικός: νοσσάκια