Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
είδος λάχανου
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό η γογγύλη
Παραδείγματα:
1) Τ’ αραία τα γόγγυλα, φέρ’νε χοντρά κιφάλα̤. (Ιδίωμα: Τριπόλεως)
2) Τ’ ομμάτα̤ 'τ' εποίκεν γόγγυλα (άνοιξε πολύ τα μάτια του για να δει)
είδος λάχανου με ρίζες βολβούςΠηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη