Ερμηνεία: επάγγελμα του μπαλωματή
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική Eskisi
Παράδειγμα: Εσκιτσ̌ιλούκ’ εποίν’νεν σην πόρταν τη μαγαζί’ ατουν.
Ενικός: εσκιτσ̌ιλούκιν / εσκιτσ̌ιλούκ' Πληθυντικός: εσκιτσ̌ιλούκια / εσκιτσ̌ιλούκα̤