Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εσκίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εσ̌κίν Προφορά: εσκίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    νέος βλαστός

    Παράδειγμα:
    Τ’ απίδ’ ντο έκοψαμε εδέκεν νέα εσ̌κίνα..

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    εσ̌κινλα̤εύω (δίνω νέα βλαστάρια)
    εσ̌κινλά̤εμαν

    Υποκοριστικό:
    εσ̌κινόπον

Παρατηρήσεις - Σχόλια