Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εσάπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εσά̤π' Προφορά: εσεάπ
  1. λογαριασμός, υπολογισμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Σ’ εσά̤πι μ’ κιορά̤ τογρήν έν’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια