Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εριστέρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εριστέρα Προφορά: εριστέρα
  1. φιλονικώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    εκείνη που ερεθίζει τον άλλον

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα ἐρίζω

    Παραδείγματα:
    1) Εσέν’ βασανίζω, ναί; Αμώ σε εριστέραν.
    2) Εκείνο τ’ αγουροκόριτσον, εκείνεν την εριστέραν θ’ επαίρ’να;

Παρατηρήσεις - Σχόλια