Προέλευση: περσική, από την περσική λέξη erzenin
Χρήση από: Ι. Κανονίδης
Παράδειγμα: Εσ̌εμέν’ έτρωγαν έρζινον ψωμίν.
Ουδέτερο: Ενικός: ερζινόν Πληθυντικός: ερζινά
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, λόγω σημασιολογίας.