Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό έργον
Παραδείγματα: 1) Αγούρ αφήν’νε τ’ έργατα κι οι γυναίκ’ τα δουλείας. 2) Έργατα και δουλείας.
Ενικός: έργον Πληθυντικός: έργα