Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εράζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. εράζω , 2. ερά̤ζω Προφορά: 1. εράζω , 2. ερεάζω
  1. φροντίδα, μέριμνα, προσοχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ὥρα = φροντίδα, μέριμνα, προσοχή

    Παράβαλε θυρωρός

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Το κορίτσ’ εράζ’νε σεράντα δράκ’.

  2. παραμονεύω, καραδοκώ φυλάγω τα όρια, φυλάγω το κοπάδι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια