Προέλευση: από το αρχαίο ὥρα = φροντίδα, μέριμνα, προσοχή
Παράβαλε θυρωρός
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Το κορίτσ’ εράζ’νε σεράντα δράκ’.
Ενεστώτας: εράζω Παρατατικός: έραζα , ερίαζα Μέλλοντας: θα εράζω Αόριστος: έρασα , ερίασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.