Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εραζέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εραζέ Προφορά: εραζέ
  1. έκσταση, περιοχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παράδειγμα:
    Άναυα τα χωρία και τ’ εραζέδες ατ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια