Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: έρα̤ Προφορά: έρεα
  1. άμαχη, έριδα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    Εθαρρείς έρα̤ν έχͮ’ με. (πάντα με μένα έχει να κάμει)

  2. έχθρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια