επουράνια (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. επουράνια , 2. επουράνα̤
Προφορά: επουράνια
-
επουράνια, αιθέρας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ουρανοί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης