Παράδειγμα: Έπεσεν η γυναίκα τ’ κι εποίκεν αγούρ’.
Επιπλέον Ερμηνείες: 1) για γυναίκα γέννησε 2) για άνεμο, τρικυμία γαλήνεψε, μετριάστηκε 3) έπεσα κα ξάπλωσα για ύπνο
Προέλευση: από το ρήμα έπεσον - πίπτω
Αόριστος: έπεσα
Σχόλιο: πρόκειται για α' ενικό πρόσωπο Οριστικής Αορίστου του ρήματος πέφτω (πίπτω) (πβ. Σχόλια πηγής).