Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

έπεσα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: έπεσα Προφορά: έπεσα
  1. γέννησα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Έπεσεν η γυναίκα τ’ κι εποίκεν αγούρ’.

  2. χρεωκόπησα, ταπεινώθηκα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) για γυναίκα γέννησε
    2) για άνεμο, τρικυμία γαλήνεψε, μετριάστηκε
    3) έπεσα κα ξάπλωσα για ύπνο

    Προέλευση:
    από το ρήμα έπεσον - πίπτω

Παρατηρήσεις - Σχόλια