Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

επεβγάλλω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: επεβγάλλω Προφορά: επεβγάλλω
  1. ανταποδίδω το καλό ή κακό πού μου έκανε κάποιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Έναν αν ευτάς, ατον, δύο επεβγάλλ’ α̤το.

  2. εξοφλώ, αποδίδω, επανορθώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. ξεπληρώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια