Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

επαίρω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: επαίρω Προφορά: επαίρω
  1. παίρνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα αἴρω= σηκώνω, μετά την πρόθεση "επί"

    Ιδίωμα:
    Νικοπόλεως

    Παραδείγματα:
    1) Το νερό επαίρ’ σκοτεινόν χοιράν (χροιάν).
    2) Αν θέλεις ν’ επαίρεις με, εγώ πάλ’ επαίρω σε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια