Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εξομώνης (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εξομώνης Προφορά: εξωμόνης
  1. 1) εξωμότης, αυτός που αρνήθηκε τη χριστιανική θρησκεία 2) ανόητος (ιδίωμα: Σαντάς) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ρήμα εξομώνω, εξωμότης

Παρατηρήσεις - Σχόλια