Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Τ’ ορφανόν να μή έχͮ' τιδέν εξικλίκ’ και παραπονίεται.
Ενικός: εξικλίκιν / εξικλίκ' Πληθυντικός: εξικλίκια